Η μυθολογία του Διδύμου

Δίδυμοι

Οι πρώτοι δίδυμοι της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας ήταν τα παιδιά του Δία και της Νεμέσεως. Ο Ζεύς ενώθηκε με την Νέμεση υπό την μορφή ενός κύκνου, κάποια αυγή, με τις πρώτες αχτίδες της ανατολής. Παραλλήλος προς αυτόν είναι και ο μύθος της γέννησης του Απόλλωνα και της Άρτεμης, από ένα αυγό που γέννησε η Λήδα, γονιμοποιημένη από τον Δία, που είχε πάρει πάλι τη μορφή ενός κύκνου. Κατά μια άλλη εκδοχή της μυθολογίας η Λήδα παντρεύτηκε με τον Τυνδάρεω και έφερε στον κόσμο δύο αυγά : το ένα προιόν της ένωσης της με τον Δία, γέννησε τον Πολυδεύκη και την Ελένη : ημίθεους και αθάνατους. Το άλλο, προιόν της ένωσης της με τον Τυνδάρεω, γέννησε τον Κάστορα και την Κλυταιμνήστρα, που ήταν θνητοί.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη εκδοχή : από ένα και μόνο αυγό της Λήδας βγήκαν οι Διόσκουροι (Διός-κούροι). Ο ένας ήταν θνητός και ο άλλος αθάνατος. Τους προστάτευε ο Ερμής, που είχε αναλάβει και την αγωγή τους. Συμμετείχαν και οι δύο στην Αργοναυτική Εκστρατεία, στην Κολχίδα, που οργανώθηκε από τον Ιάσωνα για ν΄αρπάξει το Χρυσόμμαλο Δέρας ενός Κριού. Όταν επέστρεψαν οι Διόσκουροι στην πατρίδα τους έμαθαν ότι η αδελφή τους Ελένη είχε απαχθεί από τον Θησέα. Τρέχουν να την εκδικηθούν και καταλαμβάνουν την πόλη Άφυδνα. Παίρνουν μαζί τους την Αίθρα, την μητέρα του Θησέα, η οποία αργότερα γίνεται σκλάβα της Ελένης, μετά την απελευθέρωση της τελευταίας.

Η μυθολογία του Διδύμου

Η μυθολογία του Διδύμου

 

Κατόπιν οι δύο νέοι ερωτεύονται δύο κόρες : την Ιλάειρα και την Φοίβη. Είναι θυγατέρες του Λευκόππου, γιού με τη σειρά του του Τυνδάρεω και της Αρσινόης. Είναι επίσης υποψήφιες σύζυγοι του Ίδα, πνεύματος της θύελλας, και του Λυγκέ, του αδερφού του. Ο Κάστωρ και ο Πολυδεύκης απάγουν τις δύο κόρες. Οι προσβεβλημένοι μνηστήρες τους καταδιώκουν, μονομαχούν άγρια στους προδότες του Ταύγετου. Ο Λυγκέ φονεύει τον Κάστορα, αλλά φονεύεται από τον Πολυδεύκη, ο οποίος λαβώνεται από τον Ίδα. Είναι, όμως, αθάνατος. Παρακαλεί τον Δία ( τον πατέρα του) να χαρίσει την αθανασία και στον Κάστορα. Ο Ζευς αρνείται. Ο Πολυδεύκης αποφασίζει να μοιραστεί την αθανασία του με τον αδερφό του. Έκτοτε, περνάει έξι μήνες κάθε χρόνο στη χώρα των νεκρών, ενώ ο αδερφός του πηγαίνει στον Όλυμπο στην κατοικία των αθανάτων.